
Η απώλεια ακοής (βαρηκοΐα) μπορεί να εμφανιστεί σταδιακά ή ξαφνικά, στο ένα ή και στα δύο αυτιά. Επηρεάζει την επικοινωνία, την εργασία, τη σχολική απόδοση και την ποιότητα ζωής. Η θεραπεία εξαρτάται από τον τύπο και την αιτία της.
Ενδείξεις μπορεί να είναι η ανάγκη για υψηλότερη ένταση τηλεόρασης, η δυσκολία κατανόησης της ομιλίας σε θόρυβο, η συχνή ανάγκη επανάληψης λέξεων ή η παρουσία εμβοών. Στα παιδιά μπορεί να εμφανίζεται καθυστέρηση λόγου, δυσκολία προσοχής ή μειωμένη ανταπόκριση στους ήχους.
Ο έλεγχος περιλαμβάνει ωτοσκόπηση και, ανάλογα με την ηλικία, τονική και ομιλητική ακοομετρία, τυμπανομετρία ή άλλες αντικειμενικές εξετάσεις όπως ωτοακουστικές εκπομπές. Μονόπλευρη ή ασύμμετρη νευροαισθητήρια απώλεια ακοής μπορεί να απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.
Απώλεια ακοής που εμφανίζεται ξαφνικά, μέσα σε ώρες ή λίγες ημέρες, αποτελεί επείγον σύμπτωμα. Μπορεί να οφείλεται σε απλή απόφραξη από κυψελίδα, αλλά και σε αιφνίδια νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, όπου η έγκαιρη θεραπεία έχει ιδιαίτερη σημασία. Χρειάζεται άμεση ΩΡΛ εκτίμηση, κατά προτίμηση την ίδια ημέρα, και έγκαιρο ακοόγραμμα. Μην περιμένετε να περάσει μόνο του. Εάν συνυπάρχουν νευρολογικά συμπτώματα, χρειάζεται επείγουσα νοσοκομειακή εκτίμηση.
Περιορίστε την ένταση και τη διάρκεια έκθεσης σε δυνατούς ήχους, χρησιμοποιήστε κατάλληλη προστασία σε θορυβώδεις χώρους και κάντε διαλείμματα από τα ακουστικά. Ο ασφαλής χρόνος έκθεσης μειώνεται όσο αυξάνεται η ένταση· δεν υπάρχει ένας καθολικός «κανόνας ποσοστού έντασης» που να εγγυάται ασφάλεια. Ο ακοολογικός έλεγχος είναι ιδιαίτερα χρήσιμος όταν υπάρχουν συμπτώματα, παράγοντες κινδύνου ή αναπτυξιακές ανησυχίες.
Η σωστή διάγνωση επιτρέπει στοχευμένη θεραπεία και αποφεύγει την καθυστέρηση σε περιπτώσεις όπου ο χρόνος είναι κρίσιμος.