
Η χρόνια παραρρινοκολπίτιδα είναι φλεγμονώδης πάθηση της μύτης και των παραρρινίων κόλπων που διαρκεί 12 εβδομάδες ή περισσότερο. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει μια συνεχής βακτηριακή λοίμωξη. Η σωστή διάγνωση είναι σημαντική, επειδή παρόμοια συμπτώματα μπορεί να οφείλονται σε αλλεργική ρινίτιδα ή άλλες παθήσεις.
Συχνά συνυπάρχουν τουλάχιστον δύο από τα εξής: ρινική απόφραξη, ρινικές ή οπισθορρινικές εκκρίσεις, μειωμένη όσφρηση και αίσθημα πίεσης ή βάρους στο πρόσωπο. Η ρινική απόφραξη ή οι εκκρίσεις αποτελούν συνήθως ένα από τα κύρια συμπτώματα. Ο πόνος στο πρόσωπο από μόνος του δεν τεκμηριώνει παραρρινοκολπίτιδα.
Το άσθμα, η ευαισθησία σε μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (όπως η ασπιρίνη), ορισμένες ανοσολογικές διαταραχές και η κυστική ίνωση μπορεί να επηρεάζουν την εκτίμηση και τη θεραπεία. Η αλλεργία μπορεί να συνυπάρχει, αλλά δεν εξηγεί όλες τις περιπτώσεις.
Ο ΩΡΛ λαμβάνει ιστορικό και πραγματοποιεί εξέταση, συχνά με ρινική ενδοσκόπηση. Για να τεθεί η διάγνωση δεν αρκεί μόνο η διάρκεια των συμπτωμάτων· απαιτούνται αντικειμενικά ευρήματα φλεγμονής στην εξέταση ή σε αξονική τομογραφία (CT). Η CT χρησιμοποιείται όταν χρειάζεται για την επιβεβαίωση, την εκτίμηση της έκτασης ή τον χειρουργικό σχεδιασμό — όχι υποχρεωτικά σε κάθε ασθενή.
Εάν τα συμπτώματα επιμένουν πάνω από 12 εβδομάδες, χρειάζεται ΩΡΛ εκτίμηση. Άμεση αξιολόγηση απαιτείται όταν εμφανίζονται πρήξιμο γύρω από το μάτι, διαταραχές όρασης, έντονος νέος πονοκέφαλος με νευρολογικά συμπτώματα ή σημαντική επιδείνωση της γενικής κατάστασης.
Η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με τον τύπο της νόσου, τα ευρήματα, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τις προτιμήσεις του ασθενούς.